17 Ιαν 2012

Εισαγωγή στην Αρκαδία: Το πεδίο του αρκαδικού Ορχομενού και το οροπέδιο της Μαντίνειας


«Ο δρόμος, που φέρνει τον επισκέπτη στην Αρκαδία, σαν φτάσει στις βουνοκορφές του Μαινάλου με κατεύθυνση προς τη Γορτυνία, θα περάσει και από το ιστορικό Λεβίδι. Αν ο επισκέπτης θελήσει να σταματήσει για λίγο και να περπατήσει πιο κάτω από την πλατεία Λεβιδίου, θα χαρεί ένα από τα πιο γλαφυρά τοπία του κόσμου. Εδώ, κατά την ώρα του δειλινού, και στον γύρω ορίζοντα τα χρώματα αλλάζουν τον κάμπο της Μαντινείας και τα βουνά όλα σε σπάνιο λυρικό όραμα. Κι εκεί που το βήμα μένει ακίνητο, μια επιγραφή μάς καλεί να βρούμε την είσοδο σε μιαν άλλη Αρκαδία, απρόσμενη όσο εκλεκτή και φροντισμένη: το Αρκαδικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας»

John P. Anton,
καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Φλώριδας και επίτιμος πρόεδρος της Διεθνούς Αρκαδικής Εταιρείας


Το πεδίο του αρκαδικού Ορχομενού

Μόλις βγείτε από τις αίθουσες του μουσείου απλώνεται μπροστά σας μια υπέροχη θέα. Το Λεβίδι ακουμπά στα κράσπεδα του Μαινάλου και στα πόδια του απλώνεται το πρώτο Ορχομένιο πεδίο, από το οποίο περνούσε η αρχαία Αγχισία οδός, η οποία ερχόταν από το δεύτερο Ορχομένιο πεδίο, πίσω από τους λόφους του Ορχομενού, και πήγαινε για το πεδίο της Μαντινείας και μετά της Τεγέας. Πήρε το όνομά της από τον Αγχίση, εραστή της Αφροδίτης και πατέρα του Αινεία. Αυτό τον δρόμο, σύγχρονος ασφαλτοστρωμένος πια, διατρέχει ο περιηγητής στη σκιά των ειδυλλιακών κορυφών του Ολίγυρτου, του Τραχέος και του Αρτεμίσιου, που τα χιόνια τους μοιάζουν το λιόγερμα με φωτεινή παλέτα με όλα τα χρώματα του δειλινού.

Το γλαφυρό τοπίο της πεδιάδας του Λεβιδίου διανθίζεται στην αρχή με αμπέλια, προανάκρουσμα των ονομαστών αμπελώνων της Μαντινείας. Περίπου 1 χλμ. μετά το Λεβίδι, μια διακλάδωση οδηγεί προς τον κοντινό βυζαντινό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο δρόμος τρέχει ανάμεσα στα επίπεδα χωράφια που την απεραντοσύνη τους διακόπτουν τα γύρω βουνά, μέχρι να συναντήσει την Αγχισία οδό (3 χλμ. από το Λεβίδι). Δεξιά ο δρόμος πηγαίνει για Παλαιόπυργο και Μαντινεία και ευθεία για Κανδήλα και Νεμέα. Περίπου 2 χλμ. μετά ο δρόμος διακλαδώνεται αριστερά και ανεβαίνει στον λόφο για τον Ορχομενό (2 χλμ.), αφού προσπεράσει μια πηγή δεξιά. Μέσα από το χωριό ξεκινά ο βατός χωματόδρομος για το αρχαίο θέατρο (1,5 χλμ. από το χωριό). Καθώς ανεβαίνετε στον λόφο πάνω από το χωριό, απολαμβάνετε μια ακόμη πιο δυνατή εικόνα του κάμπου με τις χαρακιές των δρόμων, του Λεβιδίου και των χιονοσκεπών κορυφών του Μαίναλου, χαμένων μέσα στα σύννεφα.


Ο δρόμος σταματά μπροστά σε μια πολύ απότομη ανηφόρα, σημάδι ότι είναι καιρός να αφήσετε το αυτοκίνητο και να ανηφορίσετε με τα πόδια. Το θέατρο είναι κοντά και είναι πανέμορφο έτσι όπως καταλαμβάνει αμφιθεατρικά την πλαγιά και κοιτάζει το παζλ των χωραφιών στο δεύτερο Ορχομένιο πεδίο με τα βουνά τριγύρω.

Στον κεντρικό δρόμο πάλι, αριστερά πάει προς Κανδήλα, όπου περίπου 2 χλμ. μετά, στην αριστερή άκρη του δρόμου, υπάρχει μια αξιόγευστη στάση, το Χάνι της Κανδήλας, και δεξιά επιστρέφει στη διακλάδωση του δρόμου για το Λεβίδι.


Το οροπέδιο της Μαντινείας

Ακολουθούμε την Αγχισία οδό προς Μαντινεία. Πρώτα συναντάμε το χωριό Αρτεμίσιο (7 χλμ. από τη διασταύρωση), το όριο μεταξύ των δύο πεδίων, και μετά μπαίνουμε στον δρόμο με τις λεύκες (2 χλμ. μετά το Αρτεμίσιο). Πριν τα λυγερόκορμα δένδρα ορίσουν με δύο σειρές δεξιά και αριστερά ένα ειδυλλιακό μίλι, μια ακόμη ειδυλλιακή εικόνα παραπέμπει στο βουκολικό παρελθόν της Αρκαδίας. Ενας βοσκός βόσκει τα πρόβατά του με φόντο τα λημέρια του τραγοπόδαρου Πάνα, υιού του Διός και της νύμφης Καλλιστώς, θεού που συμβόλιζε τη συμβίωση των ανθρώπων και των ζώων. Το πρόβατα βόσκουν ήσυχα, όπως έκαναν πάντα εδώ, για να μην ταράξουν τον μεσημεριανό ύπνο του τραγοπόδαρου θεού.

Ο Πάνας, φίλος του Διόνυσου, ήταν φίλος και του κρασιού, και εδώ, στο πεδίο της Μαντινείας, βρισκόμαστε ανάμεσα στα αμπέλια που βγάζουν το ονομαστό μοσχοφίλερο. Το οινοποιείο Σπυρόπουλου, δεξιά πάνω στον δρόμο (4 χλμ. μετά τον δρόμο με τις λεύκες), είναι επισκέψιμο και μπορείτε να δείτε εκεί τη σύγχρονη εκδοχή μιας παμπάλαιας διαδικασίας σε αυτά τα μέρη, την οινοποίηση των σταφυλιών.


Η Αγία Φωτεινή, πάλι στα δεξιά του δρόμου (1 χλμ. μετά το οινοποιείο), μια σύγχρονη εκκλησία, ταλαντεύεται ανάμεσα σε διάφορους ρυθμούς χωρίς να κυριαρχείται από κανέναν. Αυτό την κάνει ιδιαίτερη, αλλά και αιρετική για την επίσημη εκκλησία, ιδιαίτερα οι «κοσμικές» τοιχογραφίες της. Αποκλείεται να μη σταματήσετε για να την περιεργαστείτε. Από εκεί και πέρα είναι αποκλειστικά δικό σας θέμα πώς θα τοποθετηθείτε απέναντί της.

Ενα ακόμη θέατρο υπάρχει ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας Μαντινείας. Αλλά πριν βγείτε στον κεντρικό δρόμο (3 χλμ. μετά την Αγία Φωτεινή), ο οποίος διακλαδώνεται από τον εθνικό μετά τη σήραγγα του Αρτεμισίου, και πάτε προς Κάψια (5 χλμ. μετά τη διασταύρωση στη Μαντινεία), αξίζει να ρίξετε μια ματιά στους περιστερώνες στα δεξιά του δρόμου μέσα και γύρω από το χωριό. Είναι ενδιαφέρον ότι υπάρχουν μόνο εδώ και στις Κυκλάδες, που είναι και γνωστότεροι. Ισως η καταγωγή αυτών των περιστεριών να χάνεται και αυτή στη μυθολογία, καθώς οι αρχαίοι παρακολουθούσαν τη «γλώσσα» τους και προσπαθούσαν να μαντέψουν μέσα στο γουργούρισμά τους τα μελλούμενα.


Στο χωριό Κάψια άνοιξαν επιτέλους (110 χρόνια μετά την εξερεύνησή τους) και δέχονται επισκέπτες τα πιο πολύχρωμα σπήλαια στην Ελλάδα και από τα ωραιότερα του κόσμου (υπάρχει πινακίδα πάνω στον δρόμο, www. spilaiokapsia.gr, τηλ. 695 1003.299). Είναι η πέτρινη καρδιά του οροπεδίου της Μαντινείας και υπήρχαν εκεί χαμένα στο σκοτάδι εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Πλέον η στάση στο χωριό είναι από τα «πρέπει» της διαδρομής, πριν συνεχίσουμε μέχρι τη διασταύρωση (10 χλμ. από τη διασταύρωση της Μαντινείας) αριστερά προς Καρδαρά και το χιονοδρομικό κέντρο της Οστρακίνας (10 χλμ.). Ο δρόμος που ανεβαίνει στο βουνό ανάμεσα στις κατάφυτες πλαγιές, ειδικά αν χιονίζει, είναι εξαίσιος. Ο κύκλος κλείνει στο Λεβίδι και την ωραία πλατεία του, 5 χλμ. μετά τη διασταύρωση για το χιονοδρομικό κέντρο.

5 Ιαν 2012

Παλιοί Πόροι, Ανω Σκοτίνα, Παλιός Παντελεήμονας: Χαμηλή πτήση πάνω από τον Όλυμπο


Είναι να το έχει ο τόπος να σε προσκαλεί κοντά του. Και εδώ στον Κάτω Ολυμπο το κεραυνοβόλο βλέμμα του Ξένιου Δία συντηρεί μια τέτοια ατμόσφαιρα. Ετσι, σε μια παλαιότερη επίσκεψή μας στον ξενώνα Αγνάντι, ψηλά στον Παλιό Παντελεήμονα, η κυρία Πόπη στρώνει τον σοφρά μπροστά στο τζάκι με όλα του Ολύμπου τα καλά: λουκάνικο, γαλοτύρι, σπετσοφάι και τσίπουρο από κούμαρα, διάφανο και μυρωδάτο.  Οπως μας εξηγεί, εδώ στη σκιά του θρόνου του Ξένιου Δία, η μητέρα την Κυριακή δεν έτρωγε ποτέ τη μερίδα της, αλλά τη φύλαγε μήπως και χτυπήσει την πόρτα κάποιος ξένος. Γι’ αυτό η φιλοξενία είναι εδώ παλιά, αρχαία, παράδοση. Μια παράδοση που διατηρείται όπως το φυσικό περιβάλλον του θεϊκού βουνού σε δυο φαράγγια, του Ενιπέα και του Ουρλιά, και στους τρεις πανέμορφους παραδοσιακούς οικισμούς, τους Παλιούς Πόρους, την Ανω Σκοτίνα και τον Παλιό Παντελεήμονα. Ο τελευταίος οικισμός είναι ήδη γνωστός και πολύ αγαπημένος προορισμός. Αλλά μαζί με τους άλλους δημιουργεί μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα και γοητευτική ενότητα.


Παλιοί Πόροι στη μαγεία του θεϊκού βουνού

Πόρος σημαίνει πέρασμα και οι Παλιοί Πόροι είναι όντως ένα πέρασμα, μια δίοδος σε αυτόν τον μαγικό κόσμο των χαμηλωμάτων του Ολύμπου. Τον κόσμο τον πολύχρωμο, το ζωγραφισμένο από τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα πράσινα χρώματα που μόνο τα πλατάνια, οι καστανιές, οι βαλανιδιές ξέρουν να απλώνουν στο βουνό, ενθυμήματα του φθινοπώρου που έφυγε και του χειμώνα που βασιλεύει. Ετσι ο δρόμος που ξεφεύγει λίγο μετά το κάστρο του Πλαταμώνα από τα κιγκλιδώματα της Εθνικής οδού (34 χλμ. από την Κατερίνη προς την Αθήνα) και ανηφορίζει με φιδίσιες κινήσεις στην πλαγιά του Ολύμπου, φαίνεται σαν να διατρέχει την παλέτα ενός ευφάνταστου ζωγράφου. Και μέσα από αυτές τις αδιάκοπες «στρώσεις» χρωμάτων, αναδύονται τα σπίτια του οικισμού, άνθη της πέτρας, του ξύλου και του κεραμιδιού, φτιαγμένα τον 17ο και 18ο αιώνα. Και ανάμεσά τους, όλα καμωμένα από τα ίδια φυσικά υλικά, η βρύση με το αδιάκοπο μουρμούρισμά της που ταξιδεύει τα φύλλα του πλατάνου, η πλακόστρωτη πλατεία, η εκκλησιά. Και παντού σωροί από κομμένα ξύλα, «πυρομαχικά» για τη μάχη με τον χειμώνα που εκδηλώνεται και με ξαφνικές επελάσεις της ομίχλης που τυλίγει το τοπίο με μυστηριώδες πέπλο.


 Με το μάτι του αετού στην Ανω Σκοτίνα

Κάνουμε την περιήγηση σε αυτή την περιοχή ακόμη πιο ενδιαφέρουσα καθώς ακολουθούμε τον δασικό δρόμο (4 χλμ.) για να βγούμε από μια πιο απολαυστική διαδρομή μέσα στην καρδιά του δάσους με τα ψηλόλιγνα μαυρόπευκα, πάνω στα κιτρινισμένα φύλλα από τα πλατάνια, στην άσφαλτο που αριστερά ανεβαίνει για την Ανω Σκοτίνα και δεξιά κατηφορίζει για τον Παλιό Παντελεήμονα. Πάμε αριστερά και στα διαλείμματα της ομίχλης, στην απέναντι πλαγιά προβάλλουν τα σκόρπια σπίτια τού επίσης παλιού οικισμού (Ανω Σκοτίνα, 11 χλμ.). Αν ο καιρός ήταν ανοιχτός θα σταματούσαμε στη θέση Προφήτης Ηλίας για να θαυμάσουμε την πανοραμική θέα προς την παραλία της Πιερίας. Φανταστείτε ότι αυτή εδώ η δασική θέση είναι πίστα απογείωσης «παραπέντε». Τώρα όμως μας οδηγεί ο καπνός της καμινάδας που σμίγει με την ομίχλη. Θέλουμε ακόμη 5 χλμ. ως τον παλιό οικισμό και μια παράκαμψη ανεβαίνει στη βρύση στον Κατή (12 χλμ.). Ο κεντρικός δρόμος τραβά για την Καλλιπεύκη (10 χλμ.) και η παράκαμψη είναι τελικά που θα μας φέρει πάνω από τον οικισμό (2 χλμ.).

Τα σπίτια της παλιάς Σκοτίνας στέκονται με τέτοιον τρόπο στην πλαγιά που λες ότι έχουν σταματήσει για να θαυμάσουν τη θέα προς τον Θερμαϊκό κόλπο. Αυτός ο παραδοσιακός οικισμός έχει σκαρφαλώσει πιο ψηλά απ’ όλους, στα 750 μέτρα υψόμετρο. Μια παλιά εκκλησία καμωμένη από τα ίδια υλικά με τα σπίτια τραβά το μάτι. Αλλά η πρόσκληση, με «σήματα» καπνού, έρχεται από δίπλα, από ένα μεγάλο σπίτι με βιολετί χρώμα. Είναι ο ξενώνας Συντριβάνη, μια ζεστή γωνιά του χωριού, αφού το τζάκι του δεν σταματά να δουλεύει…


Το ήθος του Παλιού Παντελεήμονα

Ο ίδιος δρόμος μάς φέρνει πίσω στο σημείο που τον πιάσαμε ερχόμενοι από τους Παλιούς Πόρους για να συνεχίσουμε τώρα προς Παλιό Παντελεήμονα (2 χλμ.), τον πιο «εξελιγμένο» παραδοσιακό οικισμό της περιοχής. Τώρα χρειάζεται ένα ολόκληρο δοκάρι στερεωμένο στην είσοδο του χωριού για να χωρέσουν όλες οι ξύλινες πινακίδες που σε παραπέμπουν προς κάθε κατεύθυνση για να συναντήσεις ξενώνες, εστιατόρια, καφενεία, καταστήματα. Νομίζουμε όμως ότι το ύφος και το ήθος του οικισμού παραμένουν αναλλοίωτα. Απλώς, τώρα τα μοιράζονται όλο και περισσότεροι επισκέπτες. Το ήθος ενός οικισμού είναι η ψυχή του και τα τέλεια διατηρημένα κτίσματα, τα πλακόστρωτα, η πλατεία, θα ήταν ένα άψυχο μουσείο, ένα αξιοθέατο και όχι ένας τόπος για να τον ζήσεις. Και στον Παλιό Παντελεήμονα όλα αυτά τα στοιχεία της μακεδονικής αρχιτεκτονικής είναι γοητευτικά και αυθεντικά, όσο η κυρία Πόπη θυμάται την παλιά παράδοση της φιλοξενίας.


Μια άλλη παράδοση στον Παλιό Παντελεήμονα είναι το τσίπουρο από κούμαρα. Κάθε αρχή του χειμώνα, ως και τα Χριστούγεννα, οι κουμαριές στις γύρω πλαγιές του Κάτω Ολύμπου είναι φορτωμένες με κατακόκκινα κούμαρα. Οι κάτοικοι της περιοχής τα τρυγούν και τα αποθηκεύουν σε βαρέλια ως την άνοιξη. Τότε, κατά τον Μάιο, παίρνουν φωτιά τα «καζαναριά», όπως εκείνο του Μιχάλη Χατζή στον Νέο Παντελεήμονα, βράζουν τα κούμαρα και βγάζουν τσίπουρο. Αυτή τη διαδικασία, που βέβαια συνοδεύεται και με το ανάλογο κέφι, ακολουθούν τα περισσότερα νοικοκυριά και το προϊόν το κρατούν κυρίως για λογαριασμό τους. Πριν από μερικά μόλις χρόνια οι επισκέπτες του Παλιού Παντελεήμονα έβρισκαν τσίπουρο μόνο στον Πλάτανο, στη μία από τις δυο ταβέρνες που υπήρχαν στην πλατεία του μαγικού χωριού. Αυτή η ταβέρνα είχε και το μοναδικό τηλέφωνο. Τώρα, δέκα χρόνια μετά, όλα μοιάζουν διαφορετικά, αλλά η ιεροτελεστία του τσίπουρου παραμένει ίδια. Απλώς συμβαίνει σε περισσότερα σημεία. Και οι κουμαριές συνεχίζουν να στολίζονται με κατακόκκινους καρπούς. Τις βλέπεις καθώς κατηφορίζεις για τον Πλαταμώνα (7 χλμ.). Και εκείνες σε αφήνουν να δεις από ψηλά το μεσαιωνικό κάστρο να προβάλλεται σε γαλάζιο φόντο. Συναντάς τον Νέο Παντελεήμονα (3 χλμ.) και μετά την εθνική οδό, 35 χλμ. από την Κατερίνη. Ετσι η μελωδία μιας άλλης εποχής σβήνει σιγά-σιγά από τα αφτιά σου και περνά στη μνήμη και τελικά στην καρδιά σου.

20 Δεκ 2011

Γιορτές με ψωμί κι ελιά στους Γαργαλιάνους


Οι γιορτές είναι συνυφασμένες με τον πλούτο· υλικό, πνευματικό, συναισθηματικό. Μόνο που αυτά τα Χριστούγεννα μας βρίσκουν να έχουμε αναθεωρήσει το τι σημαίνει πλούτος, αφού ολόκληρος ο πολιτισμός του νεοπλουτισμού σκορπίζεται σαν αέρας κοπανιστός. Οσο επώδυνο κι αν είναι αυτό, πίσω του υπάρχει μία μικρή ελπίδα, αρχέγονη και σίγουρη σαν μητρική αγκαλιά. Πάντα, κάθε αναγέννηση στο διάβα της Ιστορίας στηριζόταν στη στροφή προς τις πρωταρχικές αξίες· στις χρυσές ελιές και στα χρυσά στάχυα, στο λάδι και στο ψωμί. Αυτά ήταν τα βασικά συστατικά του πλούτου στη θρυλική Μεσόγειο και αποτελεί μυσταγωγία να περιδιαβάζεις τους τόπους που ζουν αυτά τα σύμβολα.


Το λάδι ρέει, ζωντανό ακόμη και με όλες τις ευωδιές της γης, να ενωθεί με το καψαλισμένο ψωμί, έτσι απλά, και στο ελαιοτριβείο ακόμη. Μετά, στο σπίτι, θα ροδίσει τις λαλαγγίδες κι αυτές με τη σειρά τους θα ενωθούν με το πετιμέζι που γίνεται από το άλλο χρυσάφι της γης, το κρασί, το άλλο συστατικό της θάλασσάς μας, ή θα μπει στον χαλβά που ταιριάζει και με το πνεύμα των ημερών. Ακόμη και τα θαλασσόχορτα στις ταβέρνες του Μαράθου γίνονται λιχουδιές με μερικές σταγόνες αγουρέλαιο. Ολα αυτά τα ζεις και τα αισθάνεσαι στον μεγαλύτερο ελαιώνα της Ελλάδας, από την Κυπαρισσία μέχρι το ανάκτορο του βασιλιά Νέστορα κι ακόμη πιο πέρα, σε ένα πανέμορφο περιβάλλον, με ένα σωρό εκπλήξεις. Εκεί όπου τα κύματα του ελαιώνα συναντιούνται με τα κύματα του Ιονίου, προβάλλουν στην παραλία του Λαγκούβαρδου οι σέρφερ για να δημιουργήσουν μια απίθανη θερινή εικόνα μέσα στον χειμώνα. Ενα αρχέγονο παιχνίδι κι αυτό πάνω σε σύγχρονη σανίδα…


Ολόκληρο το ταξιδιωτικό ρεπορτάζ στον απέραντο ελαιώνα της Τριφυλίας στο «Βήμα» της παραμονής των Χριστουγέννων

13 Δεκ 2011

Ο γύρος του Βελουχιού


Ο Ευρυτάνας Νίκος πρόσθεσε στο ταξιδιωτικό ρεπορτάζ του «Βήματος» της προηγούμενης Κυριακής μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή στη «χώρα» των χριστουγεννιάτικων δένδρων:

Μια άλλη φανταστική Ευρυτανική διαδρομή είναι ο γύρος του Βελουχιού. Ασφάλτινη διαδρομή που ξεκινάει και καταλήγει στο Καρπενήσι. Εντυπωσιακές εναλλαγές υψομέτρου και βλάστησης. Έλατα, καστανιές, καρυδιές, πουρνάρια, άφθονα νερά και στο βάθος δεξιά να ρέει ο Αγιατραδίτης και στη συνέχεια ο Μέγδοβας όπως τον προτιμάμε τον Ταυρωπό. Από τη ράχη Τυμφρηστού ή από το χιονοδρομικό, φθάνουμε στην Αγία Τριάδα. Εδώ υπάρχουν οργανωμένοι ξενώνες και θα βρεις να φας κάτι. Στη συνέχεια Αγ. Παρασκευή μέσα σε οργιώδη βλαστηση. Μετά έρχεται το στολίδι της διαδρομής, οι Δομιανοί. Χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός, με πέτρινα σπίτια, καλντερίμια, πλατεία, βρύσες, τοξοτό πέτρινο γεφύρι και πάνω απ' όλα, το χαρακτηρισμένο ως βυζαντινό μνημείο, μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, με την κατανυκτική ατμόσφαιρα, τις συναρπαστικές αγιογραφίες του το ξυλόγλυπτο τέμπλο του και τον προσηνή Πατέρα Ηλία έτοιμο να τους υποδεχθεί. Ακολουθούν η Παπαδιά και το Παυλόπουλο για να φθάσουμε στο Στένωμα που διατηρεί την περισσότερη κτηνοτροφία ίσως όλης της Ευρυτανίας. Φυσικά κάτι θα βρείτε και εδώ να τσιμπήσετε. Μετά ανεβαίνουμε στον Αγια Αθανάσιο και κατηφορίζουμε για το Καρπενήσι. Η διαδρομή μπορεί φυσικά να γίνει και αντίστροφα και προσφέρεται για μια ημερήσια εκδρομή στην Ευρυτανική πραγματικότητα με βάση το Καρπενήσι ή μπορείτε να περάσετε ένα ευχάριστο τριήμερο διαμένοντας στους ξενώνες των χωριών. Όποια εποχή και να βρεθείτε εκεί, θα τη βρείτε μια συναρπαστική εμπειρία.

8 Δεκ 2011

Δένδρα Χριστουγέννων στο Μικρό και το Μεγάλο Χωριό


Στην άλλη άκρη της σήραγγας «Π. Μπακογιάννης» ανοίγεται ένας κόσμος πολύ διαφορετικός από αυτόν που συναντάς ανηφορίζοντας την πλαγιά του Τυμφρηστού.Αυτόν τον κόσμο συνθέτουν τα ψηλά βουνά – το Βελούχι, η Χελιδόνα, η Καλιακούδα,τα Αγραφα – τα πέτρινα χωριά, τα βουερά ποτάμια – ο Κρικελοπόταμος και ο Καρπενησιώτης που ενώνονται στα Διπόταμα για να σχηματίσουν τον Τρικεριώτη. Αυτός ο ζωηρός ποταμός κυριαρχεί στις μνήμες μας από την Ευρυτανία, καθώς σε ένα από τα αρχικά βήματα του ράφτινγκ, με οδηγό τον Μιχάλη Τσουκιά της Trekking Hellas, βρεθήκαμε όλοι σχεδόν οι επιβάτες της βάρκας στην παγωμένη αγκαλιά του ποταμού, με κομμένη την ανάσα, να μας στροβιλίζει η απίστευτη δύναμη του νερού χωρίς να χάσουμε και το κουπί μας. Τελικά σωθήκαμε όλοι και τερματίσαμε με μεγάλη περηφάνια μια διαδρομή 3ου βαθμού εκείνη την ώρα, κάτω στη γέφυρα, στο ύψος του χωριού Σαρκίνη.


Μια άλλη δυνατή εμπειρία της Ευρυτανίας ήταν η ανάβαση με οχήματα 4Χ4 τον ποταμό Ταυρωπό. Μετά αφήσαμε την κύτη του ποταμού που εκβάλει στη λίμνη των Κρεμαστών, και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε σε έναν ξεχασμένο κόσμο την πλαγιά της Χελιδώνας, μέχρι πάνω ψηλά στα άγνωστα χωριά τότε Παπαρούσι και Φιδάκια. Πριν από τα Φιδάκια βγάλαμε φωτογραφίες με τη λίμνη στο βάθος, που κανείς δεν πίστευε ότι αυτό το τοπίο υπήρχε στην Ελλάδα. Πάντα αναρωτιόμουν τι να έγινε το Παπαρούσι. Φωτογράφιζα τρεις γυναικείες φιγούρες που είχαν στο φόντο τους και ένα γαϊδουράκι. Η μια ρώτησε την άλλη: Γιατί μας φωτογραφίζει αυτός; Και η άλλη απάντησε: Για να πάρει τις φωτογραφίες στην Αθήνα και να γελάνε. Είχε δίκιο, από την ανάποδη. Πράγματι γελάμε όταν τις βλέπουμε, αλλά από ευτυχία που είχαμε την τύχη να κρατήσουμε τόσο αυθεντικές φωτογραφίες. Κανείς δεν μένει πια στο Παπαρούσι.


Τώρα είδαμε αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο της Ευρυτανίας διαφορετικά. Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές, είδαμε τα ψηλά βουνά στολισμένα με εκατομμύρια χριστουγεννιάτικα δένδρα. Το 70% της Ευρυτανίας καλύπτεται από έλατα και αυτά είναι το 1/3 όλων των ελατοδασών που υπάρχουν στην Ελλάδα. Οι καστανιές δίνουν τα κάστανα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και ο τόπος εισχωρεί σε πλήθος άλλες γεύσεις που μπορεί να βρεθούν στο γιορτινό μενού. Γενικώς η ευωδιά της γιορτής υπάρχει διάχυτη στην ατμόσφαιρα.

29 Νοε 2011

Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη, Πετρών, Βεγορίτιδα: Στη γη των τεσσάρων λιμνών

Το Σκλήθρο το ξημέρωμα
Σε μια επίσκεψη αστραπή στο "τοπ-μόντελ" των ευρωπαϊκών χωριών, το Νυμφαίο, έβλεπα ψηλά πάνω από το Βίτσι, κάτω στον κάμπο, να αχνοσχεδιάζονται δυο λίμνες. Φανταζόμουν ότι ήταν η Χειμαδίτιδα και η Ζάζαρη, αλλά δεν ήξερα ποια είναι ποια. Ούτε φανταζόμουν ότι αυτές οι μακρινές κηλίδες νερού ήταν η άκρη ενός υπέροχου κόσμου, που την άλλη πλευρά του οριοθετούσαν άλλες δυο λίμνες, των Πετρών και η Βεγορίτιδα. Ανάμεσά τους και άλλα δυνατά σημεία αυτού του υπέροχου κόσμου, τα χωριά Λιμνοχώρι, Σκλήθρο, Αετός, Ξινό Νερό, Αμύνταιο, Αγιος Παντελεήμονας. Ολα, μαζί και το διάσημο Νυμφαίο, εμπλουτίζουν τη γοητεία μιας ανεξερεύνητης περιοχής, γεμάτης ηθικά - φυσικά και ανθρώπινα - τοπία.
Πλάβα στη Χειμαδίτιδα
Κωπηλατώντας μέσα σε ένα διπλό κανό στη Χειμαδίτιδα, δεν μπορείς να διαλέξεις αν είναι πιο ωραίο το φυσικό τοπίο με τους καλαμιώνες και τα πουλιά που τους έχουν σπίτι τους, ή το χαμόγελο του Τάκη που με τόση καλή αύρα σε ξεναγεί ή καλύτερα σε μυεί στα μυστήρια του τόπου του. Ούτε μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι πιο νόστιμες οι υπέροχες γεύσεις  που απλώνουν στο τραπέζι σου ο Βαγγέλης, ο Θωμάς, ο Νίκος. Ηθικό για εμάς είναι να μαγειρεύεις και να σερβίρεις ένα φαγητό για να το γευτεί ο επισκέπτης και όχι για να τον εντυπωσιάσεις. Αυτός είναι ο χαρακτήρας των ανθρώπων και των τοπίων γενικά, αν και η παραλίμνια διαδρομή  στη Βεγορίτιδα, η ανάβαση στο Νυμφαίο, η βόλτα με άλογα με φόντο το Λιμνοχώρι, το χειμωνιάτικο Σκλήθρο το ξημέρωμα, είναι εκπληκτικά...

Ρεπορτάζ για τη γη των τεσσάρων λιμνών στα «Ταξίδια» του «Βήματος» την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου

21 Νοε 2011

Πρέσπες, ο καθρέφτης της ζωής


Μεγάλωσα στην εκ διαμέτρου αντίθετη γωνιά της Ελλάδας, στη νοτιοανατολική άκρη του Αιγαίου, και αυτό έκτισε μια ειδική σχέση με τη βορειοδυτική άκρη της Μακεδονίας. Αλλά οι «εξωτικοί» τόποι, όπως το νησί μου και οι Πρέσπες, ασκούν εξ αποστάσεως μια δυναμική γοητεία στον περιηγητή και προβάλλουν χίλια δυο εμπόδια για να μην παραδοθούν στις άπληστες αισθήσεις του, που ο ίδιος ο μύθος των τόπων τις έκανε τέτοιες. Ετσι, άργησα πολύ να πάω στις Πρέσπες και αυτή η αργοπορία θα μπορούσε να μου κοστίσει. Θες γιατί ο τόπος αποδυναμώνεται καθώς μοιράζει όλο και σε πιο πολλούς επισκέπτες κομμάτια της αυθεντικότητάς του, θες γιατί μέσα σε εσένα θεριεύουν υπερβολικές προσδοκίες, ο προορισμός καμιά φορά σε γελά. Ομως εμένα οι Πρέσπες δεν με γέλασαν και μου έδωσαν ένα πολύ ωραίο ταξίδι και στον δρόμο και στο τέρμα.


Ηταν αυτό που φανταζόμουν, μια πανέμορφη κιβωτός ζωής για τους ανθρώπους, τα πουλιά, τις μεγαλόσωμες αρκούδες, τις μικρόσωμες αγελάδες και τα γριβάδια. Ολη αυτή η ζωή ξεχειλίζει και κυλά  έξω από τις πανέμορφες εστίες της, των ανθρώπων στον Αγιο Γερμανό κυρίως, αλλά και στους Ψαράδες και στη Μικρολίμνη, των αρκούδων στις «χρυσές» και φλογάτες αυτή την εποχή πλαγιές των βουνών, των πουλιών και των γριβαδιών στη Μικρή και στη Μεγάλη Πρέσπα, των αγελάδων στο κουκλίστικο νησί του Αγίου Αχιλλείου με τα αυστηρώς 11 σπίτια του και τις πολλές βυζαντινές εκκλησιές του.


Το θαύμα της συνύπαρξης

Οι Πρέσπες είναι μια μεγάλη κιβωτός ζωής όπου συνυπάρχουν άνθρωποι, ζώα, ψάρια και φυτά. Ανθίζουν 1.500 είδη της ελληνικής χλωρίδας και στα νερά της κολυμπούν 17 είδη ψαριών. Πετούν 260 είδη πουλιών, από τα οποία ο «σταρ» της Μικρής Πρέσπας είναι ο αργυροπελεκάνος, ένα από τα μεγαλύτερα πουλιά της Γης. Εδώ αναπαράγονται 1.000-1.200 ζευγάρια, από τις 10.000 που υπάρχουν. Είναι η μεγαλύτερη αποικία στον κόσμο και το μυστήριο είναι ότι οι αργυροπελεκάνοι κάνουν φωλιές πάνω στις ίδιες νησίδες με τους λίγο μικρότερους ροδοπελεκάνους. Οι σχέσεις καλής γειτονίας είναι άριστες μεταξύ των δύο, αλλά και μεταξύ των πελεκάνων και των κορμοράνων, που αν και κυνηγούν τα ίδια ψάρια, εν τούτοις συνεργάζονται. Οι δυσκίνητοι πελεκάνοι τρώνε ενάμιση κιλό ψάρια ο καθένας την ημέρα, αλλά δεν μπορούν να βουτήξουν στα βαθιά για να τα πιάσουν. Αυτή τη δουλειά την κάνουν οι ευκίνητοι βουτηχτές κορμοράνοι, οι οποίοι ψαρεύουν για τον εαυτό τους, αλλά καθώς κυνηγούν τα ψάρια αυτά ανεβαίνουν στην επιφάνεια για να επωφεληθούν οι πελεκάνοι. Αυτές οι ιστορίες της φύσης είναι χρήσιμες ειδικά σε αυτή την περιοχή, όπου στο Βαλκανικό Διασυνοριακό Πάρκο των Πρεσπών καλούνται να συνυπάρξουν η Ελλάδα, η πΓΔΜ και η Αλβανία. Από τη Μικρή Πρέσπα μόνο μια γωνιά της κατέχει η Αλβανία, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι της Μεγάλης Πρέσπας το μοιράζεται με την πΓΔΜ και ένα μικρό κομμάτι έχει η Ελλάδα γύρω από το φιορδ των Ψαράδων. Βέβαια τα πουλιά, τα ψάρια, οι βίδρες κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς σύνορα...


Ολόκληρο το ρεπορτάζ για τις Πρέσπες στο «Βήμα»